thalasokosmos

Θαλασσόκοσμος

 

Η θάλασσα υπήρξε πάντα για τον άνθρωπο, πηγή ζωής, πλούτου και πολιτισμού. Αποτέλεσε κυρίαρχη έμπνευση ανθρώπων της τέχνης και της επιστήμης. Κανένα άλλο στοιχείο της φύσης δεν ενέπνευσε τόσο πολύ τους ποιητές, από ότι η θάλασσα.

Το "γαλάζιο όνειρο" του Νίκου Καζαντζάκη, χρωματίζει το πέρασμά μας από αυτόν τον κόσμο, με το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας.

Ο πραγματικός όμως κόσμος της θάλασσας δεν είναι αυτός που βλέπουμε παρατηρώντας την από τη στεριά. Δεν είναι αυτός που συναντάμε στους μεζέδες των ψαροτεβερνίων όπου συχνάζουμε. Δεν είναι στα σκάφη αναψυχής που κάποιοι νομίζουν ότι τους φέρνουν σε επαφή με το υγρό στοιχείο. Δεν είναι αυτός που αντικρίζουν οι διάφοροι ψαροντουφεκάδες – ελεύθεροι δύτες, υπερηφανευόμενοι για το μεγάλο ψάρι που κατάφεραν να παγιδεύσουν. Δεν είναι αυτός που λεηλατούν καθημερινά παράνομοι αλιείς για να βγάλουν καλή ,γρήγορη και εύκολη ψαριά.



Ο πραγματικός κόσμος της θάλασσας είναι ένας κόσμος που δίνει διαρκώς τη μάχη της επιβίωσης κάτω από το νερό.
Αυτή η μάχη που κερδίζεται καθημερινά είναι εκείνο το στοιχείο που τον κάνει μαγικό και υπέροχο. Αν όλοι οι άνθρωποι είχαν αφουγκραστεί τον ήχο της ζωής κάτω από τα γαλάζια νερά, σίγουρα ο κόσμος αυτός θα ήταν καλύτερος!

 

ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ

 

Το Ελληνικό Θαλάσσιο Περιβάλλον

Οι οικολογικές συνθήκες στη Μεσόγειο καθορίζουν τέσσερις τύπους ιδιαιτεροτήτων που επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα (Bellan-Santini & Poisat 1994):

Τοπογραφικές. Η Μεσόγειος είναι μια βαθιά θάλασσα (μέσο βάθος 1500 μέτρα), ημίκλειστη, με στενή ηπειρωτική κρηπίδα.



Υδρολογικές. Πολύ μικρή παλίρροια, αρνητικό υδρολογικό ισοζύγιο, κυκλωνική γενικά κίνηση των επιφανειακών θαλασσίων μαζών, υψηλή αλατότητα και οξυγόνωση.



Ιστορικές. Οι πληθυσμοί των οργανισμών είναι γεωλογικά πρόσφατοι, στην πλειονότητά τους Ατλαντικής προέλευσης αλλά με έναν επιπρόσθετο έντονο ενδημισμό. Επηρεάζονται από τον άνθρωπο για χιλιετίες.



Οικολογικές. Κύριο χαρακτηριστικό η χαμηλή παραγωγικότητα.

Τα γενικά αυτά χαρακτηριστικά της Μεσογείου όχι μόνο ισχύουν, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις είναι περισσότερο έντονα στην Ελλάδα.



Οι ελληνικές θάλασσες καταλαμβάνουν περίπου 264.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και αποτελούν το 64% της ελληνικής επικράτειας. Το συνολικό μήκος των ακτών, που υπολογίζεται σε πάνω από 15.000 χιλιόμετρα, είναι το μεγαλύτερο όλων των κρατών της Μεσογείου. Η ηπειρωτική κρηπίδα καλύπτει 75.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Το Αιγαίο με όγκο 7,4χ10 4 κυβικά χιλιόμετρα είναι η τρίτη σε μέγεθος θάλασσα της Α. Μεσογείου, μετά το Ιόνιο και τη Λεβαντίνη. Χαρακτηρίζεται από έντονα πολύπλοκη ακτογραμμή, την ύπαρξη περισσοτέρων από 2000 νησιών και πολλών κόλπων. Το έντονο υποθαλάσσιο ανάγλυφο περιλαμβάνει εκτεταμένη ηπειρωτική κρηπίδα στο Θερμαϊκό, τη Σαμοθράκη, τη Λήμνο και τις Κυκλάδες, αλλά και βαθιές λεκάνες όπως την τάφρο του Β. Αιγαίου (μέγιστο βάθος 1600 μέτρα), τη λεκάνη της Χίου (μέγιστο βάθος 1160 μέτρα) και το Κρητικό Πέλαγος με δύο βαθιά σημεία προς τα Ανατολικά (2.561 και 2.295 μέτρα). Το Ελληνικό τμήμα του Ιονίου περιλαμβάνει την Ελληνική Τάφρο, με βαθύτερο σημείο έξω από τις ακτές της ΝΔ Πελοποννήσου (5.121 μέτρα), που είναι και το βαθύτερο σημείο της Μεσογείου. Η Ελληνική Τάφρος συνεχίζεται κατά μήκος του Κρητικού Τόξου με βάθη συνήθως μεγαλύτερα από 4.000 μέτρα. Μεγάλα βάθη υπάρχουν επίσης στη Λεκάνη της Ρόδου (μέγιστο 4.433 μέτρα).

Στην πολυπλοκότητα του υποθαλάσσιου αναγλύφου έρχεται να προστεθεί εκείνη των θαλασσίων μαζών, που ανάλογα με την προέλευσή τους έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, και είναι στο Αιγαίο (Stergiou et al . in press):

Το μικρής αλατότητας επιφανειακό νερό της Μαύρης θάλασσας (μέγιστη εισροή 700 κυβικά χιλιόμετρα ανά έτος) που επηρεάζει κυρίως το Β. Αιγαίο, μπορεί όμως να ανιχνευτεί κάτω από ορισμένες συνθήκες μέχρι και τα Στενά των Κυθήρων.
Το ενδιάμεσο, υψηλής αλατότητας νερό της Λεβαντίνης που εισέρχεται από τα Ανατολικά στενά του Κρητικού Τόξου και μπορεί να ανέλθει μέχρι τη Λήμνο.
Το μετασχηματισμένο νερό του Ατλαντικού εισέρχεται υποεπιφανειακά στο Αιγαίο από τα δυτικά στενά του Κρητικού Τόξου και τέλος
Το βαθύ νερό της Α. Μεσογείου (σε βάθη μεγαλύτερα από 500 μέτρα).

Η εικόνα του φυσικού θαλάσσιου περιβάλλοντος συμπληρώνεται από μια σύνθετη οριζόντια κυκλοφορία αλλά και εκτεταμένες αναβλύσεις βαθύτερων νερών προς στην επιφάνεια, όπως συμβαίνει το καλοκαίρι στο Α.Αιγαίο λόγω των ετησίων ανέμων. Τέλος, καταβυθίσεις επιφανειακών μαζών προσφέρουν οξυγόνο στα ενδιάμεσα και βαθύτερα νερά.

Τα θρεπτικά άλατα του Αιγαίου είναι δώδεκα φορές λιγότερα από του Ατλαντικού και 3 φορές λιγότερα από του Ιονίου και της Λεβαντίνης. Τα ελληνικά πελάγη γενικά χαρακτηρίζονται ως ολιγοτροφικά. Εμπλουτισμός σε θρεπτικά παρατηρείται στους κόλπους, κυρίως στο Μαλιακό-Β. Ευβοϊκό, Ελευσίνας-Δ. Σαρωνικό, και λιγότερο στο Θερμαϊκό και τον κόλπο της Αλεξανδρούπολης. Οι υπόλοιποι κόλποι εμφανίζουν μια μικρή μόνο αύξηση σε σχέση με τις τιμές του ανοικτού πελάγους. Ανοξικές συνθήκες έχουν παρατηρηθεί κοντά στο βυθό το καλοκαίρι στον κόλπο της Ελευσίνας και το Θερμαϊκό (Stergiou et al . in press).


 

Ποικιλότητα θαλάσσιων βιοκοινωνιών



Για τη Μεσόγειο έχει αναπτυχθεί ένα σύστημα χαρακτηρισμού των βιοκοινωνιών βένθους. Αναφέρονται 31 βιοκοινωνίες (Dauvin 1994) που κατανέμονται στο χώρο ανάλογα με το υπόστρωμα, το βάθος και τις ειδικές περιβαλλοντικές συνθήκες. Είναι επόμενο, λόγω του έντονου ανάγλυφου και του μωσαϊκού των υποστρωμάτων του βυθού, να αντιπροσωπεύονται οι βιοκοινωνίες αυτές και στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά, λόγω των διαφορετικών συνθηκών των ελληνικών περιοχών σε σχέση με την περιοχή περιγραφής τους (Δ.Μεσόγειος), αλλά κυρίως λόγω της ενυπάρχουσας δυναμικής φύσης των βιοκοινωνιών, η αναφορά στο σύστημα αυτό δεν προσφέρει παρά μία γενική περιγραφή. Η ποιοτική και ποσοτική συγκρότηση των βιοκοινωνιών (με μέτρο τους δείκτες ποικιλότητας και ομοιογένειας) και η σύγκριση μεταξύ τους (με μέτρο τον δείκτη ομοιότητας) μπορούν να προσφέρουν τα μέσα για μια πραγματική διάκριση των βιοκοινωνιών. Στα ελληνικά νερά, η συνεύρεση πολλών σπάνιων ειδών σε μια βιοκοινωνία, μειώνει τη σημασία χαρακτηρισμού της με βάση μόνο ελάχιστα χαρακτηριστικά είδη.

Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για τα ειδικά βενθικά περιβάλλοντα των γεωθερμικών αναβλύσεων με υψηλή θερμοκρασία, αλατότητα και μεγάλες συγκεντρώσεις υδροθείου. Στην Ελλάδα υπάρχουν σε παράκτιες περιοχές και γύρω από νησιά όπως η Μήλος, η Σαντορίνη και η Νίσυρος. Η βενθική πανίδα μιας υδροθερμικής ανάβλυσης στο Παλαιοχώρι της Μήλου διαφοροποιείται σταδιακά από εκείνη του περιβάλλοντος χώρου όσο πλησιάζουμε προς το σημείο ανάβλυσης. Μόνο δύο είδη εμφανίζονται σταθερά στο σημείο ανάβλυσης που εκμεταλλεύονται την τροφή από νεκρά ή ημιθανή ζώα, λόγω της εκπομπής του τοξικού υδροθείου. Φαίνεται ότι στις παράκτιες αναβλύσεις του Αιγαίου η βιοκοινωνία δεν στηρίζεται σε βακτηριοφάγα είδη όπως συμβαίνει στις αναβλύσεις των μεγάλων βαθών που έχουν μέχρι τώρα μελετηθεί (Τhiermann et al . 1997).

Όσον αφορά στο πλαγκτόν, η διάκριση σε βιοκοινωνίες παράκτιες και ανοιχτής θαλάσσης γενικά ισχύει. Όμως, όπως έχει φανεί μέχρι σήμερα, οι μάζες νερού με ιδιαίτερα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, καθορίζουν τη σύνθεση των πλαγκτονικών βιοκοινωνιών με αποτέλεσμα οι τελευταίες να ακολουθούν την κατανομή των υδάτινων μαζών στο χώρο και το χρόνο.


 


Ενδοειδική βιοποικιλότητα θαλασσίων οργανισμών



Ελάχιστα στοιχεία είναι διαθέσιμα. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στον πελαγικό ξιφία οι γονότυποι από πέντε διαφορετικούς ελληνικούς πληθυσμούς δεν έδειξαν σημαντικές διαφορές (στο μιτοχονδριακό DNA), τόσο μεταξύ τους, όσο και με άλλους πληθυσμούς της Μεσογείου και της Ατλαντικής περιοχής κοντά στο Στενό του Γιβραλτάρ (Magoulas et al . 1993). Η κουτσομούρα ( Mullus barbatus ) εμφανίζει σημαντικές διαφορές μεταξύ των επτά πληθυσμών των ελληνικών θαλασσών σε μια σειρά από μορφολογικούς χαρακτήρες, με ομοιότητες σε πληθυσμούς από γεωγραφικά γειτονικές περιοχές. Αντίθετα, δεν έχει παρατηρηθεί αντίστοιχη γενετική ποικιλότητα μεταξύ των ίδιων πληθυσμών (με βάση τα ένζυμα και το μιτοχονδριακό DNA) (Μαμούρης et al . 1997). Σε είδη Αμφιπόδων της υπερπαραλιακής ζώνης νησιών του Αιγαίου εμφανίζεται διαφορετικό επίπεδο γενετικής απόστασης των πληθυσμών τους (με βάση τα ενζυμικά πρότυπα) που αποδίδεται στη διαφορετική ικανότητα και πιθανότητα διασποράς των ειδών.


 


Προκαταρκτική εκτίμηση της βιοποικιλότητας των Ελληνικών θαλασσών



Η παρούσα πληροφορία για την πανίδα των Ελληνικών θαλασσών εμφανίζεται στον Πίνακα 7. Ως πηγές πληροφορίας χρησιμοποιήθηκαν δημοσιευμένα στοιχεία, τεχνικές εκθέσεις, διδακτορικές διατριβές, αλλά και εκτιμήσεις ειδικών. Οι περισσότερες από τις αναφερόμενες ομάδες ζώων αποτελούν το αντικείμενο εξειδίκευσης ερευνητών και είναι συνήθως εκείνες που παρουσιάζουν μεγάλο αριθμό ειδών. Συγκεντρωμένη πληροφορία για την κατανομή των ειδών στις Ελληνικές θάλασσες υπάρχει για τα ψάρια (Ondrias 1971, Economidis 1973, Papakonstantinou 1988), τα Δίθυρα (Zenetos 1996) και Γαστερόποδα Μαλάκια (Kουτσούμπας 1992), τα Εχινόδερμα (Pancucci-Papadopoulou 1996), τους Πολύχαιτους (Σύμπουρα 1996), τα Δεκάποδα Καρκινοειδή του Αιγαίου (Koukouras et al. 1992), τα πελαγικά Κωπήποδα (Mωραίτου-Αποστολοπούλου 1971, Σιώκου-Φράγκου προσωπικά στοιχεία), τα Αμφίποδα (Stefanidou & Voultsiadou-Koukoura 1994), τους Σπόγγους (Βουλτσιάδου-Κούκουρα 1986) και τα Ανθόζωα (Chintiroglou & den Hartog 1995, Βαφείδης & Κούκουρας 1997). Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η εικόνα που εμφανίζεται για την ελληνική θαλάσσια βιοποικιλότητα αντικατοπτρίζει κυρίως εκείνη των ρηχών παράκτιων περιοχών και μέχρι το τέλος της ηπειρωτικής κρηπίδας. Η συχνότητα δειγματοληψιών σε βάθη μεγαλύτερα από 200 μέτρα είναι περιορισμένη. Εντούτοις, για το ζωοπλαγκτόν έχουν γίνει 6 δειγματοληψίες μέχρι και το βαθύτερο σημείο της Μεσογείου.

Συνολικά, έχουν αναφερθεί περισσότερα από 2.500 ζωοβενθικά, περίπου 452 φυτοβενθικά, 349 ζωοπλαγκτονικά και 334 φυτοπλαγκτονικά είδη.

Πίνακας 7

Ομάδα

Αριθμός ειδών

Zωοβένθος-νηκτόν

Δημόσπογγοι

132

Κνιδόζωα

53

Πολύχαιτοι

570

Δίθυρα Μαλάκια

300

Γαστερόποδα Μαλάκια

637

Κεφαλόποδα

38

Δεκάποδα Καρκινοειδή

242

Λοιπά Καρκινοειδή

370*

Βρυόζωα

200

Ιχθύες

450

Ερπετά

3

Θηλαστικά

11

Λοιπές ομάδες

100*

Μεσοζωολαγκτόν(όλο)

Κνιδόζωα

35

Κωπήποδα

160

Λοιπά Καρκινοειδή

59

Χαιτόγναθοι

9

Πολύχαιτοι

25

Μαλάκια

23

Χορδωτά

38

Φυτοπλαγκτόν

Διάτομα

95

Δινομαστιγωτά

139

Κοκκολιθοφόρα

55

Πυριτιομαστιγωτά

29

Λοιπές ομάδες

25

* εκτίμηση

Ο αριθμός των ζωοπλαγκτονικών ειδών είναι περιορισμένος γιατί οι υπάρχουσες πληροφορίες προέρχονται από ανάλυση μέρους των δειγμάτων (ιδιαίτερα στις παράκτιες περιοχές) με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από τον κατάλογο των σπάνιων ειδών. Ένας άλλος σημαντικός λόγος είναι η έλλειψη πληροφοριών για πολλές ζωοπλαγκτονικές ομάδες (Μέδουσες, Βυτιοειδή, Σάλπες, Πτερόποδα Μαλάκια, πλαγκτονικοί Πολύχαιτοι καθώς επίσης και μεροπλαγκτονικές μορφές των Μαλακίων, Εχινοδέρμων, Πολυχαίτων, Ιχθύων, Δεκαπόδων, Ευφαυσεωδών κ.α.) επειδή δεν υπάρχουν ή σπανίζουν οι ειδικοί επιστήμονες που μελετούν τις ομάδες αυτές. Δεδομένου ότι τα Κωπήποδα αποτελούν τον κύριο όγκο των ζωοπλαγκτονικών δειγμάτων, οι Έλληνες επιστήμονες (όπως άλλωστε και οι ξένοι συνάδελφοι τους) ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη μελέτη αυτής της ομάδας. Ιδιαίτερα για τις μεροπλαγκτονικές προνύμφες πρέπει να αναφερθεί ότι η συμβολή τους στη βιοποικιλότητα μιας περιοχής μεταβάλλεται εποχικά, ανάλογα με το βιολογικό κύκλο κάθε είδους της πανίδας του βένθους ή των ψαριών. Τέλος η υπάρχουσα πληροφορία για άλλες ομάδες όπως τους Κωπηλάτες, τα Χαιτόγναθα, τα Ευφαυσεώδη, τα Σιφωνοφόρα είναι αποσπασματική.

Δυστυχώς και στην περίπτωση προσέγγισης της βιοποικιλότητας του φυτοπλαγκτού των Ελληνικών θαλασσών δεν έχουν δημοσιευτεί παρά ελάχιστες πληροφορίες δεδομένου ότι οι δημοσιευμένες εργασίες δεν έχουν ως στόχο την εκτίμηση της βιοποικιλότητας μιας περιοχής, αλλά στοχεύουν στη διερεύνηση ομοιοτήτων μεταξύ περιοχών. Έτσι τα αποτελέσματα παρουσιάζονται μετά από τη στατιστική επεξεργασία των βιοκοινωνιών. Τα δεδομένα που αναφέρονται στον Πίνακα 7 προέρχονται κυρίως από τεχνικές εκθέσεις και διδακτορικές διατριβές.

Ο αριθμός των ειδών των Ελληνικών θαλασσών αυξάνεται σταθερά, λόγω της προσθήκης από την έρευνα σε μη μελετημένες παλαιότερα βαθυμετρικές ζώνες ή γεωγραφικές περιοχές. Το 1985 ο αριθμός των μακροζωοβενθικών ειδών είχε εκτιμηθεί σε 1910 είδη (Nicolaidou & Zenetos 1985). Ακόμα και σε μελετημένες περιοχές, ο αριθμός των ειδών που καταγράφονται αυξάνεται εκθετικά με σχέση με την αύξηση της δειγματοληπτικής προσπάθειας. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην παρουσία πολλών σπάνιων ειδών των οποίων η πιθανότητα συλλογής αυξάνεται με την εντατικότερη δειγματοληψία.

Η αλματώδης ανάπτυξη της θαλάσσιας βιολογίας τα τελευταία χρόνια συμβάλλει όλο και περισσότερο στην ανατροπή της καθιερωμένης μέχρι πρόσφατα αντίληψης ότι η Α. Μεσόγειος είναι φτωχή σε είδη. Η μελέτη κάθε ομάδας οργανισμών αποφέρει πρώτες αναφορές, όχι μόνο για την Ελλάδα και την Α. Μεσόγειο, αλλά και για ολόκληρη τη Μεσόγειο ακόμα και νέα είδη για την επιστήμη. Για παράδειγμα η μελέτη της πολυπληθούς ομάδας των Πολυχαίτων (776 Μεσογειακά είδη) απέφερε 56 νέες αναφορές για την Ελλάδα, 33 για την Ανατολική Μεσόγειο, 6 για τη Μεσόγειο και 3 νέα είδη (Σύμπουρα 1996).

Παρόλα αυτά, για την απόκτηση ολοκληρωμένης πληροφορίας για τη βιοποικιλότητα, είναι ανάγκη να υποστηριχθούν προσπάθειες για μελέτες προσανατολισμένες στο θέμα, όπως, για παράδειγμα, η ολοκληρωμένη ανάλυση των δειγμάτων πλαγκτού.

Στον ελλαδικό χώρο έχει καταγραφεί η πλειονότητα των μεσογειακών ειδών. Για παράδειγμα τα καλά μελετημένα Δίθυρα Μαλάκια αντιπροσωπεύονται στην Ελλάδα με 300 από τα 400 είδη της Μεσογείου (Zenetos 1997), τα Δεκάποδα Καρκινοειδή στο Αιγαίο με 242 από τα 328 (Koukouras et al. 1992, 1996a,b). Τα 3/4 των μεσογειακών ειδών ψαριών (638 είδη) έχουν αναφερθεί από τα ελληνικά νερά (Papakonstantinou 1988). Μικρότερη αντιπροσώπευση εμφανίζουν τα Eξακοράλλια (Ανθόζωα), από τα οπoία έχουν καταγραφεί 49 είδη στο Αιγαίο από ένα σύνολο 88 Μεσογειακών ειδών (Chintiroglou & Hartog 1995, Βαφείδης & Κούκουρας 1997).


 

 

Λιμνοθάλασσες



Οι λιμνοθάλασσες παρουσιάζουν μεγάλες ημερήσιες και εποχιακές διακυμάνσεις των φυσικοχημικών τους χαρακτηριστικών και για το λόγο αυτό επιβιώνουν συνήθως μόνο ευρύθερμα και ευρύαλα είδη με αποτέλεσμα να εμφανίζεται μικρή συνήθως υδρόβια βιοποιλότητα. Εντούτοις οι λιμνοθάλασσες παρουσιάζουν, ανάλογα με το βαθμό απομόνωσης τους από τη θάλασσα, μια διαβάθμιση ζωικών βιοκοινωνιών. Στη Μεσόγειο έχει προταθεί ένα σύστημα 6 ζωνών. Παρουσιάζεται μια βαθμιαία ελάττωση του αριθμού των ειδών από τη ζώνη Ι που βρίσκεται σε άμεση γειτονία με τη θάλασσα προς την εσωτερικότερη ζώνη VI που, ανάλογα με την τροφοδότηση της λιμνοθάλασσας με γλυκό νερό, μπορεί να φιλοξενεί είτε είδη του γλυκού νερού είτε να αποκλείονται όλα τα ζώα της θάλασσας, με εξαίρεση το Καρκινοειδές Artemia που αντέχει σε υπεράλμυρα νερά και σε νερά αλυκών (Guelorget & Perthuisot 1983). Η παραπάνω ζώνωση στη κατανομή του βένθους συνοδεύεται από μια αντίστοιχη των οργανισμών του πλαγκτού και των ψαριών, χωρίς όμως σαφώς καθορισμένα όρια μεταξύ των περιοχών, γιατί τα ζώα αυτά είτε μπορούν να προσαρμόζουν τον κύκλο ζωής τους σύμφωνα με τις υπάρχουσες περιβαλλοντικές συνθήκες, είτε μπορούν να μετακινούνται. Αντιστρόφως ανάλογη με την παραπάνω κατανομή του αριθμού των ειδών εμφανίζεται η κατανομή της βιομάζας.

Λόγω της διαφορετικής μορφολογίας, του βαθμού αποκλεισμού από τη θάλασσα, του βαθμού και του τρόπου εκμετάλλευσής τους από τον άνθρωπο και της εισροής γλυκού νερού, φερτών υλικών και θρεπτικών από τη χέρσο, οι ελληνικές λιμνοθάλασσες, παρόλο που εμφανίζουν μερικά βασικά κοινά χαρακτηριστικά, αποτελούν η κάθε μια ένα ιδιαίτερο οικοσύστημα. Οι μελετημένες στην Ελλάδα λιμνοθάλασσες εμφανίζονται στον Πίνακα 10 (Reizopoulou et al. in press, Κουτσούμπας et al . 1997). Γενικά παρατηρείται ένας χαμηλός αριθμός μακροβενθικών ειδών σε σχέση με τη θάλασσα. Στον Αμβρακικό, η λιμνοθάλασσα Τσοπέλι εμφανίζεται σαφώς να πλεονεκτεί από την άποψη του αριθμού των μακροβενθικών ειδών και το φαινόμενο αυτό έχει αποδοθεί στην παρουσία φυτικής βλάστησης που προσφέρει ποικιλία ενδιαιτημάτων. Το Μεσολόγγι, η μεγαλύτερη ελληνική λιμνοθάλασσα, παρουσιάζει επίσης αυξημένη σχετικά βιοποικιλότητα που σχετίζεται με το μέγεθος και τη διαμόρφωσή της.

Πίνακας 10

Λιμνοθάλασσα

Αριθμός ειδών μακροζωοβένθους

Λογαρού

49

Μάζωμα

45

Πογωνίτσα

58

Τσοπέλι

82

Τσουκαλιό-Ροδιά

49

Γιάλοβα

86

Βιβάρι Αργολικού

64

Μεσολόγγι

118

 

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα στοιχεία για το ζωοπλαγκτόν των ελληνικών λιμνοθαλασσών. Περιορισμένη πληροφορία υπάρχει για το Μεσολόγγι. Η αναγνώριση των ειδών είναι δύσκολη λόγω της εξαιρετικά περιορισμένης βιβλιογραφίας για τα είδη λιμνοθαλασσών Μεσογείου.

Δύο σημεία θα πρέπει να τονιστούν σε σχέση με την εκτιμούμενη βιοποικιλότητα στις λιμνοθάλασσες. Πρώτο, όπως είναι φανερό, λόγω της ζώνωσης τα στοιχεία θα πρέπει να προέρχονται από ένα καλά σχεδιασμένο δίκτυο σταθμών. Δεύτερο, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η έντονη εποχιακή διακύμανση του αριθμού των ζωοβενθικών ειδών. Το μέγιστο των ειδών εμφανίζεται το καλοκαίρι, μειώνεται έντονα το φθινόπωρο και σταδιακά αυξάνεται από το χειμώνα προς την άνοιξη. Έντονες επίσης διακυμάνσεις εμφανίζονται μεταξύ των ετών, είναι όμως μικρότερου εύρους από τις διακυμάνσεις στο χώρο.

Είναι κατανοητό από τα παραπάνω, ότι διαχειριστικές επεμβάσεις στις λιμνοθάλασσες που στοχεύουν στην καλύτερη κυκλοφορία του θαλασσινού νερού, αυξάνουν τη βιοποικιλότητα σε βενθικούς και πλαγκτονικούς οργανισμούς. Για παράδειγμα, στο Τσοπέλι προστέθηκαν μέσα σε τέσσερα χρόνια 20 νέα είδη μακροζωοβένθους, και στο Βιβάρι του Αργολικού Κόλπου 18 (Πέτρου 1997). Όμως, η παράλληλη μείωση της βιομάζας μπορεί να επιδράσει αρνητικά και στους θηρευτές τους, τα ψάρια και τα πουλιά .

Οι εκβολικές περιοχές μεγάλων ποταμών εμφανίζουν επίσης ελαττωμένη βιοποικιλότητα. Τα μόνα στοιχεία μακροβενθικης πανίδας προέρχονται από τη μελέτη της μεσοπαραλιακή ζώνης του Στρυμόνα και του εκβολικού συστήματος Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα, από όπου καταγράφηκαν 24 είδη. Στην υποπαραλιακή ζώνη του Στρυμόνα έχουν καταγραφεί 13 είδη ενώ πολύ καλύτερα συγκροτημένη εμφανίζεται εκείνη των εκβολών και λιμνοθαλασσών του Έβρου με 58 είδη (στον Γκούβη 1998).


 

 


Προστατευόμενες περιοχές



Το πρώτο και μόνο θαλάσσιο πάρκο στην Ελλάδα, το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου-Βορείων Σποράδων αποτελείται από ένα σύμπλεγμα νησιών με βραχώδεις ακτές, μικρούς και μεγάλους κόλπους και θαλάσσιες σπηλιές. Η ηπειρωτική κρηπίδα είναι πολύ στενή γύρω από τα νησιά και το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου περιβάλλοντος του Πάρκου αποτελεί ένας τεράστιος όγκος θαλασσινού νερού με μεγάλα βάθη. Στα Δυτικά περιλαμβάνει τμήμα της λεκάνης των Σποράδων που φτάνει σε βάθη μεγαλύτερα από 1400 μέτρα, ενώ στα Ανατολικά τα βάθη δεν ξεπερνούν τα 600 μέτρα. Η ίδρυση του Πάρκου σχετίζεται κυρίως με την προστασία του έντονα απειλούμενου είδους φώκιας Monachus monachus και οι πληροφορίες για τη βιοποικιλότητα της περιοχής που υποστηρίζει την επιβίωσή της προέρχονται μόνο από σποραδικές έρευνες. Μέχρι τώρα έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει στην περιοχή μια μεγάλη ποικιλία βιοτόπων σκληρού και μαλακού υποστρώματος με υψηλή οικολογική αξία. Έχουν αναφερθεί 175 είδη μεγαπανίδας και 407 είδη ή ανώτερες ταξινομικές μονάδες μακροβένθους από μια ποικιλία οικοτόπων σκληρού και μαλακού υποστρώματος σε εύρος βαθών 2-40 μέτρα. Για την ιχθυοπανίδα έχουν καταγραφεί 122 είδη (9 είδη Χονδριχθύων και 113 είδη Οστεϊχθύων). Τα θαλάσσια θηλαστικά που έχουν αναφερθεί, εκτός από τη φώκια, είναι 4. Έτσι, το σύνολο της καταγραμμένης θαλάσσιας πανίδας του Πάρκου ξεπερνά σήμερα τα 700 είδη. Το υλικό που έχει συλλεχθεί από την περιοχή απέδωσε ένα νέο είδος για την επιστήμη και πολλές πρώτες αναφορές για την Α. Μεσόγειο ή το Αιγαίο. Πιο πρόσφατες δειγματοληψίες (1994-) που έχουν εστιάσει στις βενθικές βιοκοινωνίες του μεσογειακού ενδημικού φανερόγαμου Posidonia oceanica , έχουν καταγράψει 133 οικογένειες ή ανώτερες ταξινομικές ομάδες ασπονδύλων. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ούτε η ένταση ούτε η έκταση των μέχρι τώρα ερευνών είναι ικανοποιητική. Τα στοιχεία για το πλαγκτόν λείπουν, ενώ είναι τελείως άγνωστη η ασπόνδυλη πανίδα σε βάθη μετά τα 40 μέτρα (Κούκουρας et al . 1985, Simboura et al . 1995, και αδημοσίευτα στοιχεία).


Πηγή: Ζωολογικό μουσείο Πανεπιστημίου Αθηνών