biopoikilothta 2

Βιοποικιλότητα > Σελίδα 2

biopoikilothta 2


Βιολογική ανακύκλωση των θρεπτικών στοιχείων

Η ανακύκλωση των θρεπτικών στοιχείων ενός οικοσυστήματος αποτελεί οικολογική διεργασία πρωταρχικής σημασίας για την επιβίωση των οργανισμών. Η απομάκρυνση στοιχείων όπως ο φώσφορος, το άζωτο κ.ά. από ένα οικοσύστημα δυσχεραίνει την ανάπτυξη και αναπαραγωγή των βιοτικών του παραγόντων με αποτέλεσμα την υποβάθμισή του. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η ανακύκλωση των παραπάνω στοιχείων είναι συχνά ιδιαίτερα πολύπλοκος, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις συμμετέχει ένας μεγάλος αριθμός ειδών (φυτών, ζώων, μικροοργανισμών). Η αφαίρεση κάποιων ειδών από ένα οικοσύστημα ή η εισαγωγή νέων σε αυτό διαταράσσει λίγο έως πολύ τις διεργασίες αυτές με πιθανό αποτέλεσμα τη μείωση της βιοποικιλότητας στην περιοχή. Συνεπώς, η αποφυγή της αλλοίωσης ενός οικοσυστήματος εξαρτάται κατά πολύ από την επιτυχή ανακύκλωση των θρεπτικών στοιχείων – διεργασία που εξασφαλίζεται από τη διατήρηση των φυσικών του χαρακτηριστικών, βιοτικών και αβιοτικών.

Διαχείριση της βιοποικιλότητας στην κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης

Ο πληθυσμός της Γης αναμένεται να διπλασιαστεί σχεδόν μέχρι το 2050. Από τα 10 δισεκατομμύρια ανθρώπων που θα ζουν στον πλανήτη μας, το μεγαλύτερο ποσοστό θα κατοικεί στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Ασίας, της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής. Στις παραπάνω περιοχές η ανάγκη για οικονομική ανάπτυξη είναι έντονη και σε συνδυασμό με την πίεση της πληθυσμιακής αύξησης, η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων θα μεγιστοποιηθεί. Μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα υπάρχει ένας αυξανόμενος ανταγωνισμός ανάμεσα στις πιθανές χρήσεις της διαθέσιμης γης και η διατήρηση της βιοποικιλότητας είναι απίθανο να αποτελέσει προτεραιότητα, καθώς θα υπάρχουν άλλες πιο άμεσες ανάγκες.

Πολλές από τις σύγχρονες πρακτικές διατήρησης της βιοποικιλότητας επικεντρώνονται στα απειλούμενα είδη και στην προστασία μοναδικών και ιδιαίτερης σημασίας οικοσυστημάτων. Ο έλεγχος της εμπορικής εκμετάλλευσης των απειλούμενων ειδών και η οριοθέτηση προστατευόμενων περιοχών ευνοούν αναμφισβήτητα τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Στην κατεύθυνση αυτή υπάρχουν ωστόσο και άλλα ζητήματα εξίσου σημαντικά. Η ορθολογική διαχείριση του συνόλου των χερσαίων και υδάτινων εκτάσεων, που εκμεταλλευόμαστε για την εξασφάλιση ποικιλίας πόρων, αποτελεί ίσως το "κλειδί" για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και τη βιώσιμη ανάπτυξη κατ’ επέκταση.

Πολλοί από τους παράγοντες που απειλούν τη βιοποικιλότητα του πλανήτη μας σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι αγροτικές πρακτικές για παράδειγμα στοχεύουν στην αύξηση της παραγωγής και στην εξάπλωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Η μετατροπή ωστόσο μιας περιοχής σε γεωργική μειώνει τη φυσική της βιοποικιλότητα. Οι κτηνοτροφικές πρακτικές συνδέονται συχνά με την υπερβόσκηση των περιοχών εφαρμογής τους, γεγονός με δυσμενείς επίσης επιπτώσεις στη βιοποικιλότητά τους. Στην ίδια λογική πληθώρα άλλων περιπτώσεων θα μπορούσαν να αναφερθούν.

Ένας άλλος ορισμός της βιοποικιλότητας

«Βιοποικιλότητα είναι η ποικιλομορφία όλων ζωντανών οργανισμών – συμπεριλαμβανομένων των χερσαίων, θαλάσσιων, υδάτινων οικοσυστημάτων – και των οικολογικών συστημάτων που απαντώνται» (Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα, Ρίο 1992). Πιο συγκεκριμένα, η βιοποικιλότητα είναι η σύνθεση, η δομή και η λειτουργία γονιδίων (γενετικό επίπεδο), ειδών (οργανισμικό επίπεδο) και οικοτόπων (οικολογικό επίπεδο).

Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει τη βιοποικιλότητα εντός του είδους, μεταξύ των ειδών και των οικοσυστημάτων.

Αν δεν γίνει μεγάλη προσπάθεια να επιτευχθεί η αειφόρος ανάπτυξη, η Ελλάδα, μία από τις πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης σε βιολογική ποικιλία, θα αντιμετωπίσει σοβαρή μείωση της πανίδας και της χλωρίδας της. H ύπαιθρος περιορίζεται γρήγορα και η μοίρα των εναπομενουσών δασικών περιοχών (τα δάση κέδρου, λευκού πεύκου, κυπαρισσιών και οι συστάδες κοκκιδοφόρου βελανιδιάς) προβλέπεται δυσοίωνη. Οι υγροβιότοποι, ιδιαίτερα, άρχισαν να απειλούνται από τη ρύπανση, τη βιομηχανική ανάπτυξη, τον τουρισμό και την αλόγιστη υδροληψία. Στο πλαίσιο των κοινοτικών οδηγιών για τα πουλιά και τα ενδιαιτήματα ζητείται από κάθε κράτος – μέλος να ορίσει και να επιληφθεί περιοχών που απαιτούν ειδική προστασία.

Στα δασικά οικοσυστήματα, τα πιο σπάνια και με κίνδυνο εξαφάνισης είδη είναι ο λύκος Cannis lupus (ο πληθυσμός του εκτιμάται σε 500 άτομα), η αρκούδα Ursus arctos, (περίπου 100 άτομα που ζουν στη βόρεια Ελλάδα), ο αγριόκουρκος Tetrao urogalus  (500 άτομα) και το ελάφι Cervus elaphus (μόνο 40 άτομα).

Σε οικοσυστήματα μεγάλου υψομέτρου και στα ορεινά λιβάδια συναντά κανείς μεμονωμένους πληθυσμούς αγριοκάτσικων Rupicapra rupicapra  (300 άτομα), τον αίγαγρο της Κρήτης Capra aegagrus cretensis (500 άτομα) και τον γυπαετό Gypaetus barbatus (20 ζεύγη).

Στα πεδινά δάση της βορειοανατολικής Ελλάδας, υπάρχει ένας σημαντικός πληθυσμός μαυρόγυπα Aegypious monarchus (35 ζεύγη), όρνια και πολλά άλλα σπάνια είδη ορνιθοπανίδας που απαντούν στην Ασία και στη Βαλτική.

Στα εσωτερικά υδάτινα οικοσυστήματα ζουν πάνω από 12 είδη ψαριών που κινδυνεύουν να εξαφανισθούν.



Πηγή: ΚΠΕ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ (http://kpe-kastor.kas.sch.gr/)

 

biopoikilothta 2 ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΠΟΜΕΝΗ biopoikilothta 2